Υπερβάλλοντας ίσως κανείς θα μπορούσε να ισχυρισθεί πως η Κεφαλογραβιέρα είναι ένα τυρί-υβρίδιο, μια και συνδυάζει τα χαρακτηριστικά δυο άλλων τυριών.

Υπερβάλλοντας ίσως κανείς θα μπορούσε να ισχυρισθεί πως η Κεφαλογραβιέρα είναι ένα τυρί-υβρίδιο, μια και συνδυάζει τα χαρακτηριστικά δυο άλλων τυριών. Αφενός των σκληρών, αλμυρών τυριών, που λόγω του σχήματός τους συνηθίσαμε να λέμε Κεφαλοτύρια και αφετέρου της νεωτεριστικής Γραβιέρας. Τα σκληρά, πολύ αλατισμένα κεφαλοτύρια, ανεξάρτητα από την ονομασία που έχουν σε κάθε περιοχή, δηλώνουν, κατ’ αρχάς, την ανάγκη των παλιότερων τυροκόμων να συντηρήσουν το προϊόν τους, σε εποχές που τα συστήματα ψύξης ήταν άγνωστα. Από την άλλη, η Γραβιέρα με την «ξενόφερτη» τεχνική και την ήπια, κάποτε γλυκιά γεύση της, έγινε γρήγορα δημοφιλής εκτοπίζοντας τα παραδοσιακά κεφαλοτύρια από το καθημερινό τραπέζι. Οπότε η δημιουργία του «υβριδίου» ήταν μάλλον αναπόφευκτη. Η Κεφαλογραβιέρα αναγνωρίσθηκε ως τυρί ΠΟΠ από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1996, σε αντίθεση με το Κεφαλοτύρι, που απορρίφθηκε, για λόγους που θα χρειαζόμαστε πολύ χώρο για να αναλύσουμε. Η ιστορία θέλει την τεχνική της Κεφαλογραβιέρας να τελειοποιείται στην Ήπειρο, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, από τον τεχνολόγο Αλέξη Παπά. Βέβαια, αν αυτή την ιστορία την διηγηθεί κανείς σε τυροκόμους από άλλες περιοχές, μάλλον θα δεχθεί τη μήνι τους, καθώς όλοι πιστεύουν ότι η Κεφαλογραβιέρα φτιαχνόταν πάντα στον τόπο τους!