Το Cheddar, που ως ονομασία δηλώνει μάλλον τύπο τυριού παρά προέλευση, παράγεται σε μεγάλες ποσότητες σε πολλές, κυρίως αγγλοσαξονικές, χώρες και κατατάσσεται ανάμεσα στα 2-3 πρώτα σε κατανάλωση τυριά παγκοσμίως.

Το Cheddar, που ως ονομασία δηλώνει μάλλον τύπο τυριού παρά προέλευση, παράγεται σε μεγάλες ποσότητες σε πολλές, κυρίως αγγλοσαξονικές, χώρες και κατατάσσεται ανάμεσα στα 2-3 πρώτα σε κατανάλωση τυριά παγκοσμίως. Η καταγωγή του βρίσκεται βέβαια στο ομώνυμο χωριό της κομητείας του Somerset, στη νοτιοδυτική Αγγλία, αλλά αρκετά γρήγορα διαδόθηκε στις γειτονικές περιοχές, ενώ ήδη από τον 18ο αιώνα καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού. Η ιστορία του φτάνει επισήμως στον 12ο αιώνα, μια και αναφέρεται στα βασιλικά κατάστιχα του 1170, παραγγελία της Αυλής για 4,5 τόνους τυριού από το Cheddar. Ανεπισήμως όμως πιθανολογείται ότι η τέχνη της τυροκόμησης έφτασε στην περιοχή με τις ρωμαϊκές λεγεώνες, από το Cantal της κεντρικής Γαλλίας. Η πολύ μεγάλη γεωγραφική διασπορά και οι τεράστιοι όγκοι παραγωγής, γεννούν αναπόφευκτα πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες, που, όχι σπάνια, έχουν ελάχιστα κοινά σημεία μεταξύ τους, καθώς δεν υπάρχουν ενιαίοι κανόνες. Η μοναδική ΠΟΠ που έχει αναγνωρισθεί στην Ε.Ε. και αφορά στο Cheddar είναι η West Country Farmhouse Cheddar PDO, η οποία καλύπτει όχι μόνο γεωγραφικά την αρχική κοιτίδα του τυριού, αλλά διατηρεί στις προδιαγραφές της και την παραδοσιακή τεχνική παρασκευής του. Έχει αναγνωρισθεί επίσης η Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη (ΠΓΕ) Orkney Scottish Island Cheddar PGI, για τυριά που παράγονται στη βορειότερη νησιωτική συστάδα της Σκωτίας.